Το χρήμα που κάποτε ήταν σχεδόν δωρεάν έγινε ξαφνικά ακριβό. Μέσα σε 15 χρόνια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε 14 αυξήσεις επιτοκίων, αλλάζοντας δραστικά το τοπίο για δανειολήπτες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Στην Κύπρο, η αλλαγή δεν έμεινε στους πίνακες και στα διαγράμματα της Φρανκφούρτης. Πέρασε στα στεγαστικά δάνεια, στο κόστος χρηματοδότησης, στις επιχειρηματικές υποχρεώσεις και τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα των οικογενειών. Η εποχή του φθηνού χρήματος έδωσε τη θέση της σε ένα περιβάλλον πολύ υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Η διαδρομή αυτή είχε δύο μεγάλες περιόδους νομισματικής σύσφιξης, με μια μακρά ενδιάμεση φάση αρνητικών επιτοκίων. Η πρώτη ανατροπή ήρθε το 2011: η ΕΚΤ αύξησε δύο φορές τα επιτόκια, κατά 25 μονάδες βάσης κάθε φορά, επικαλούμενη τις αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις.
Όμως εκείνη η περίοδος δεν συγκρίνεται με όσα ακολούθησαν. Για χρόνια, τα επιτόκια παρέμειναν εξαιρετικά χαμηλά, ενώ το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ είχε διαμορφωθεί στο -0,50%. Για μια ολόκληρη εποχή, η χρηματοδότηση ήταν πρωτόγνωρα φθηνή.
Ύστερα ήρθε η μεγάλη στροφή.
Τον Ιούλιο του 2022, η ΕΚΤ εγκατέλειψε την πολιτική των εξαιρετικά χαμηλών και αρνητικών επιτοκίων και ξεκίνησε έναν νέο κύκλο νομισματικής σύσφιξης. Από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2023 πραγματοποιήθηκαν δέκα συνεχόμενες αυξήσεις — ο ταχύτερος και εντονότερος κύκλος αυξήσεων στην ιστορία του ευρώ, σύμφωνα με την αποτύπωση της περιόδου.
Το επιτόκιο καταθέσεων εκτοξεύθηκε από το -0,50% στο 4%. Η συνολική μεταβολή έφτασε τις 450 μονάδες βάσης. Για μια γενιά δανειοληπτών που είχε μάθει να κινείται σε συνθήκες χαμηλού κόστους χρήματος, η αλλαγή ήταν χωρίς προηγούμενο.
Οι κινήσεις ήταν ιδιαίτερα επιθετικές. Τον Ιούλιο του 2022 είχε προηγηθεί αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης και τον Σεπτέμβριο η ΕΚΤ προχώρησε σε αύξηση 75 μονάδων βάσης. Ο στόχος ήταν σαφής: να περιοριστούν οι πληθωριστικές προσδοκίες και να επιστρέψει ο πληθωρισμός στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%.
Και η ιστορία δεν σταμάτησε εκεί. Τον Ιούνιο είχε προηγηθεί νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης και στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 τα επιτόκια αυξήθηκαν ξανά κατά 25 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο καταθέσεων να φτάνει στο 2,50%.
Γιατί όμως χρειάστηκε αυτή η δραματική αλλαγή πορείας; Η απάντηση βρισκόταν στο κύμα ανατιμήσεων που σάρωσε την Ευρώπη. Η ενεργειακή κρίση, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία πίεσαν τις τιμές προς τα πάνω. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφτασε στο 10,6% τον Οκτώβριο του 2022.
Η ΕΚΤ επιχείρησε να περιορίσει τη ζήτηση κάνοντας ακριβότερο τον δανεισμό. Οι πιέσεις δεν περιορίζονταν στην ενέργεια: επεκτάθηκαν στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες και σε άλλα βιομηχανικά προϊόντα.
Έτσι, για τα κυπριακά νοικοκυριά, οι αυξήσεις είχαν διπλό αποτέλεσμα. Από τη μία πλευρά στόχευαν στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού· από την άλλη, αύξαναν το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων. Τον Ιούνιο του 2022, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προέβλεπε ότι ο πληθωρισμός στη χώρα θα έφτανε το 7% το 2022, από 2,3% το 2021.
Από το αρνητικό επιτόκιο στο ακριβό χρήμα, η αλλαγή υπήρξε βίαιη και βαθιά. Οι αριθμοί δείχνουν την ανατροπή — και οι επόμενες εξελίξεις στα επιτόκια παραμένουν καθοριστικές για κάθε δανειολήπτη και επιχείρηση.
